Κίνησα να πάω στην Αυγή
εκεί που φέγγει το φως καθάριο
κάτασπρο, πάνλευκο σαν τ' όνειρο
που είναι μια εικόνα ολόλαμπρη.
Ο δρόμος είναι δύσβατος
γεμάτος πόνο, δυστυχία κι αίμα
τραχύς με βράχια συμφοράς επάνω,
που μήτε μπορείς να περπατήσεις
μήτε να συρθείς.
Εμπόδια θεριά ομπρώς μου
σαν τα κύματα που σαλεύουν το κατάρτι
ενός πλοίου ναυαγησμένου
στ' απύθμενα, αβύσσια, θολά νερά.
Οι φίλοι μου οι δισταγμοί
μου λένε γύρνα πίσω
με αποτρέπουν να θυσιαστώ
για το διάβα στην άλλη εποχή
εκεί που θα 'ναι πάντα πρωϊνό
και μηδενικές οι νύχτες.
Ο ήλιος πίσω από τη γη στέκει λαμπερός
εγώ τον βλέπω από μακριά αλλά δεν μπορώ να τον φτάσω
αυτό είναι μια πρόκληση
η θέληση να νικήσει την απάθεια.
Τι ωραία που είναι η αυγή απο μακριά!
Ταξίδι μεγάλο χρειάζομαι
να πάω πέρα απ' την πλάση
από τούτο τον κόσμο το μικρό
στη γυάλα μέσα βαλμένο.
Η αυγή μου δείχνει τις αδερφές της
την Ελευθερία και τη Δικαιοσύνη
η ομορφιά τους είναι υπέρτατη...
Η ελευθερία είναι μια γλυκιά ξανθομαλλούσα
που φορά χιτώνα άσπρο
Η Δικαιοσύνη με δεμένα τα κατάμαυρά της
μαλλιά και τσιτωμένα
στέκει απόμακρη σα να με φοβάται.
Φοβάται μήπως ο άνθρωπος την αλλοιώσει..
Το κυανό χρώμα των ρούχων της
στο ταίριασμα με το λευκό της Ελευθερίας
μου θυμίζει την Ελλάδα
τη θάλασσα του Αιγαίου με τ' αφρισμένα παχυά κύματα.
Οι δυο αδερφές της αυγής είναι οργισμένες
δεν μπορούν ν' αντέξουν τη δολοπλοκία εις βάρος τους
και κάθονται απάνω σε μια μεγάλη πέτρα
και κλαίνε.
Τους είπα <<μη φοβάστε>>
<<υπάρχουν άνθρωποι στο γένος μας που θα σας προστατεύσουν>>.
Η Αυγή σαν πιο μεγάλη πήγε να τις παρηγορήσει
μα κανένας άνθρωπος δε φαίνεται στον ορίζοντα
και βυθίζονται μες στον οδυρμό
όπως κάνουν οι ουρανοί όταν είναι θυμωμένοι
που πελεκίζουν τα βουνά με δόρυ ηλεκτρικό.
Όμως ξάφνου ξεπροβάλλει μια σημαία
κόκκινη βουτηγμένη στο αίμα
μ' ένα λευκό σταυρό
κι από πίσω της ένα πλακάτ που γράφει
<< Εμείς είμαστε οι μάρτυρές σου
Δικαιοσύνη και ήρθαμε να σε βρούμε.
Να σε σκορπίσουμε στα πέντε σημεία τ' ορίζοντα
σ' ολόκληρα τα έθνη>>.
Πιο πίσω βλέπω μια φωτιά..
είναι πάνω σε δάδα
την κρατάει ένας νέος
πάνω σε άλογο μάυρο.
Καταφθάνει ο νέος αλαφιασμένος ψάχνοντας την Ελευθερία:
<<Ήρθα κι εγώ επιτέλους στο κατώφλι σου Ελευθερία
να σου φέρω της νεότητος τα πιο χαρμόσυνα μαντάτα.
Σε μάθανε τα παιδιά, οι νέοι και οι νέες
κι ήρθε καιρός να σε κλέψουνε απο 'δω
να σε πάνε στο μεγάλο σπίτι τους
που βρίσκεται στη μεγάλη λεωφόρο
Εθνικής Αντιστάσεως τ' όνομα>>.
Ακούγοντας αυτά οι δυο αδερφές
αρχίζουν ν' αναθαρρούν
μα η χαρά τους είναι συγκρατημένη
όπως ο κόμπος στο λαιμό
των ανθρώπων της συμφοράς
που ο καημός έχει κάνει στέκι τις ψυχές τους.
Τότε εμείς δώσαμε στις δυο αδερφές ετούτη την υπόσχεση...
πως άλλο μονοπάτι από την Επανάσταση δε θ' ακολουθήσουμε
και η Αυγή που καθόταν παραπέρα
και άκουσε τα λόγια μας
μας έδωσε όρκο βαρύ
ότι θα φέρει το φως του πρωϊνού
αιώνια στις ψυχές μας.
Και τότε ο αγώνας άρχισε
και συνεχίζεται...
Η Αυγή αναμένει...
εκεί που φέγγει το φως καθάριο
κάτασπρο, πάνλευκο σαν τ' όνειρο
που είναι μια εικόνα ολόλαμπρη.
Ο δρόμος είναι δύσβατος
γεμάτος πόνο, δυστυχία κι αίμα
τραχύς με βράχια συμφοράς επάνω,
που μήτε μπορείς να περπατήσεις
μήτε να συρθείς.
Εμπόδια θεριά ομπρώς μου
σαν τα κύματα που σαλεύουν το κατάρτι
ενός πλοίου ναυαγησμένου
στ' απύθμενα, αβύσσια, θολά νερά.
Οι φίλοι μου οι δισταγμοί
μου λένε γύρνα πίσω
με αποτρέπουν να θυσιαστώ
για το διάβα στην άλλη εποχή
εκεί που θα 'ναι πάντα πρωϊνό
και μηδενικές οι νύχτες.
Ο ήλιος πίσω από τη γη στέκει λαμπερός
εγώ τον βλέπω από μακριά αλλά δεν μπορώ να τον φτάσω
αυτό είναι μια πρόκληση
η θέληση να νικήσει την απάθεια.
Τι ωραία που είναι η αυγή απο μακριά!
Ταξίδι μεγάλο χρειάζομαι
να πάω πέρα απ' την πλάση
από τούτο τον κόσμο το μικρό
στη γυάλα μέσα βαλμένο.
Η αυγή μου δείχνει τις αδερφές της
την Ελευθερία και τη Δικαιοσύνη
η ομορφιά τους είναι υπέρτατη...
Η ελευθερία είναι μια γλυκιά ξανθομαλλούσα
που φορά χιτώνα άσπρο
Η Δικαιοσύνη με δεμένα τα κατάμαυρά της
μαλλιά και τσιτωμένα
στέκει απόμακρη σα να με φοβάται.
Φοβάται μήπως ο άνθρωπος την αλλοιώσει..
Το κυανό χρώμα των ρούχων της
στο ταίριασμα με το λευκό της Ελευθερίας
μου θυμίζει την Ελλάδα
τη θάλασσα του Αιγαίου με τ' αφρισμένα παχυά κύματα.
Οι δυο αδερφές της αυγής είναι οργισμένες
δεν μπορούν ν' αντέξουν τη δολοπλοκία εις βάρος τους
και κάθονται απάνω σε μια μεγάλη πέτρα
και κλαίνε.
Τους είπα <<μη φοβάστε>>
<<υπάρχουν άνθρωποι στο γένος μας που θα σας προστατεύσουν>>.
Η Αυγή σαν πιο μεγάλη πήγε να τις παρηγορήσει
μα κανένας άνθρωπος δε φαίνεται στον ορίζοντα
και βυθίζονται μες στον οδυρμό
όπως κάνουν οι ουρανοί όταν είναι θυμωμένοι
που πελεκίζουν τα βουνά με δόρυ ηλεκτρικό.
Όμως ξάφνου ξεπροβάλλει μια σημαία
κόκκινη βουτηγμένη στο αίμα
μ' ένα λευκό σταυρό
κι από πίσω της ένα πλακάτ που γράφει
<< Εμείς είμαστε οι μάρτυρές σου
Δικαιοσύνη και ήρθαμε να σε βρούμε.
Να σε σκορπίσουμε στα πέντε σημεία τ' ορίζοντα
σ' ολόκληρα τα έθνη>>.
Πιο πίσω βλέπω μια φωτιά..
είναι πάνω σε δάδα
την κρατάει ένας νέος
πάνω σε άλογο μάυρο.
Καταφθάνει ο νέος αλαφιασμένος ψάχνοντας την Ελευθερία:
<<Ήρθα κι εγώ επιτέλους στο κατώφλι σου Ελευθερία
να σου φέρω της νεότητος τα πιο χαρμόσυνα μαντάτα.
Σε μάθανε τα παιδιά, οι νέοι και οι νέες
κι ήρθε καιρός να σε κλέψουνε απο 'δω
να σε πάνε στο μεγάλο σπίτι τους
που βρίσκεται στη μεγάλη λεωφόρο
Εθνικής Αντιστάσεως τ' όνομα>>.
Ακούγοντας αυτά οι δυο αδερφές
αρχίζουν ν' αναθαρρούν
μα η χαρά τους είναι συγκρατημένη
όπως ο κόμπος στο λαιμό
των ανθρώπων της συμφοράς
που ο καημός έχει κάνει στέκι τις ψυχές τους.
Τότε εμείς δώσαμε στις δυο αδερφές ετούτη την υπόσχεση...
πως άλλο μονοπάτι από την Επανάσταση δε θ' ακολουθήσουμε
και η Αυγή που καθόταν παραπέρα
και άκουσε τα λόγια μας
μας έδωσε όρκο βαρύ
ότι θα φέρει το φως του πρωϊνού
αιώνια στις ψυχές μας.
Και τότε ο αγώνας άρχισε
και συνεχίζεται...
Η Αυγή αναμένει...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου